Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλαμανθήλη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλαβώτης
καλαδία
καλαθηφόρος
Καλαθίνη
καλάθιον
Καλάθιον
καλαθίς
καλαθίσκιον
καλαθίσκος
καλαθισμός
καλαθοειδής
καλαθοειδῶς
καλαθοπλόκος
καλαθοποιός
κάλαθος
καλάθωσις
Κάλαιθις
Καλαϊκοί
καλάϊνος
κάλαϊς
Κάλαϊς
Κάλαις
καλακάνθη
κάλαμα
καλαμάγρωστις
καλαμαδίας
Καλάμαι
καλαμαία
καλαμαῖος
Καλαμαιών
καλαμανθήλη
καλαμάομαι
καλαμάριον
καλαμαύλης
καλαμαυλητής
καλάμαυλος
καλαμεία
καλαμειφυή
καλαμεύς
καλαμευτής
καλαμεών
καλάμη
καλαμηδόν
καλάμημα
καλαμητομία
καλαμητόμος
καλαμήτρια
καλαμητρίς
καλαμηφάγος
καλαμηφορέω
καλαμηφόρος
καλαμία
καλαμίζω
καλαμικός
καλαμίνδαρ
καλαμίνθη
καλαμινθίνη
Καλαμίνθιος
καλαμινθίτης
καλαμινθίτης οἶνος
καλάμινθος
…
καλαμανθήλη
Save
LSJ
καλαμανθήλη, ἡ,
= ἀνθήλη,
Edict.Diocl.
18.6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}