καλαμοφόρος Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰλᾰμο-φόρος, ον, cf. καλαμηφ-. καλαμο·φόρος, ος, ον [ᾰᾰ] qui porte une tige de roseau, Xén. Hell. 2, 1, 2. Étym. κ. φέρω. καλαμοφόρος, Rohr, Halme tragend, v.l. für καλαμηφόρος.