καλαμόεις
καλαμόεις, of reed
κᾰλᾰμό-εις, εσσα, εν,
- of reed, συρίγγων καλαμοεσσᾶν E. IA 1038 (lyr.).
καλαμόεις, όεσσα, όεν [ᾰᾰ] de roseau, Eur. I.A. 1038.
Étym. κάλαμος.
καλαμόεις, εσσα, εν, von Rohr, σύριγγες Eur. I.A. 1038.
καλαμόεις
κᾰλᾰμόεις, εσσα, εν
- of reed, Eur. from κάλᾰμος