καλαμοστεφής
καλαμοστεφής, covered with reed
κᾰλᾰμο-στεφής, ές,
- covered with reed, βύρσαι Batr. 127.
καλαμο·στεφής, ής, ές [ᾰᾰ] couronné ou couvert de roseaux, Batr. 127.
Étym. κ. στέφω.
καλαμοστεφής, ές, mit Rohr bekränzt, bedeckt, Batrach. 127.
καλαμοστεφής
κᾰλᾰμο-στεφής, ές
στέφω
- covered with reed, Batr.