καλαμῖτις
κᾰλαμ-ῖτις, ιδος, ἡ,
- = καλαμαία, AP 7.198 (Leon.).
καλαμῖτις, ίτιδος [ᾰᾰῑτ] adj. f. : qui passe sa vie sur une tige de blé (sauterelle ou cigale) Anth. 7, 198.
Étym. cf. καλαμαῖος.
καλαμῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu καλαμίτης ; ἀκρίς, eine Heuschreckenart, vgl. καλαμαία, Leon.Tar. 65 (VII.198).
καλαμῖτις, ιδος
= καλαμαία, Anth.