Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλαμοκόπος
καλαμοκόπος, reed-cutter
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλαμίνθη
καλαμινθίνη
Καλαμίνθιος
καλαμινθίτης
καλαμινθίτης οἶνος
καλάμινθος
καλαμινθώδης
καλάμινος
καλάμιον
καλαμίς
Κάλαμις
καλαμίσκος
καλάμιστρος
καλαμίτης
Καλαμίτης
καλαμῖτις
καλαμοβόας
καλαμογλυφέω
καλαμογλύφος
καλαμογραφία
καλαμογραφίη
Καλαμόδρυς
καλαμοδύτης
καλαμοειδής
καλαμόεις
καλαμοθήκη
καλαμοθήρας
Κάλαμοι
καλαμοκεντρῖτις
καλαμοκόπιον
καλαμοκόπος
καλαμόκρινον
καλαμοπώλης
κάλαμος
Κάλαμος
καλαμοστασία
καλαμοστεφής
καλαμοσφάκτης
καλαμότομος
καλαμοτύπορ
καλαμοτύπος
καλαμουργέω
καλαμόφθογγος
καλαμοφόρος
καλαμόφυλλος
καλαμόχνοος
καλαμόω
καλαμώδης
καλαμών
καλαμωτή
καλάνδαι
καλανδικά
καλάνδρα
κάλανδρα
κάλανδρος
καλάνι
Κάλανος
Καλαντίαι
καλαντίων
Καλαοίδια
καλαπόδιον
…
καλαμοκόπος
Save
καλαμοκόπος, reed-cutter
LSJ
κᾰλᾰμο-κόπος, ὁ,
reed-cutter,
BGU
1529.2 (iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}