καλλίκτιτος
καλλίκτιτος, beautifully built
καλλί-κτῐτος, ον,
- beautifully built, Nonn. D. 26.85.
καλλί·κτιτος, ος, ον [ῐτ] bien bâti, Nonn. D. 26, 85.
Étym. κ. *κτίω.
καλλίκτιτος, schön gebaut, Nonn. D. 26.85.