καλλικόμας
καλλικόμας, beautiful-haired
καλλι-κόμας, ὁ,
- = sq., πλόκαμος E. IA 1080 (lyr.).
καλλι·κόμας, ου [ῐᾱ] adj. m. dor. c. le suiv. Eur. I.A. 1080.
καλλικόμας
καλλι-κόμας, ου,
= καλλίκομος, Eur.