καλλίκρεας
καλλί-κρεας, gen. κρέως, τό,
- = πάγκρεας, Gal. 2.781.
καλλί·κρεας, gén. κρεως (τὸ) belle chair, autre n. du mésentère, Gal. 2, 781.
Étym. κ. κρέας.
καλλίκρεας, εως, τό, schönes Fleisch, Galen., = πάγκρεας.