καλλίκερως
καλλίκερως, with beautiful horns
καλλί-κερως, (ῐ) = foreg., ταῦρος, ἔλαφος, AP 7.744 (D.L.), 9.603 (Antip.).
- II = τῆλις, Gal. 12.426.
καλλί·κερως, gén. ω, acc. ων (ὁ, ἡ) [ῐ] aux belles cornes, Anth. 7, 744 ; 9, 603.
Étym. κ. κέρας.
καλλίκερως, ωτος, schön gehörnt, καλλίκερων ἔλαφον Antip.Thess. 60 (IX.603), καλλίκερω ταύρου Crinag. (VII.744).
καλλίκερως
κέρας
- with beautiful horns, Anth.