καλλίναος
καλλίναος, beautiful-flowing
καλλί-νᾰος [ῐ], ον,
- beautifully flowing, Κηφισός E. Med. 835 (lyr.), cf. Alc. 589 (lyr.); κρήνη A.R. 1.1228: Sup., Hsch. (καλλινοτάτη cod.).
καλλί·ναος, ος, ον [ῐᾰ] qui roule ou fait jaillir de belles eaux, Eur. Alc. 589, Med. 835 ; A. Rh. 1, 1228.
Étym. κ. νάω.
καλλίναος, schön fließend ; Κηφισός Eur. Med. 835 ; sp.D., Ap.Rh. 1.1228, πῖδαξ Hermocrat. 1 (IX.327); – καλλιναώτατος Hesych.
καλλίναος
καλλί-νᾰος, ον
- beautiful-flowing, Eur.