κάμπτω
κάμπτω, to bend, curve
- bend, curve, ὄφρα ἴτυν κάμψῃ that he may bend it into a chariot-rail, Il. 4.486 (so metaph., κ. νέας ἁψῖδας ἐπῶν Ar. Th. 53): freq. in phrase, γόνυ κ. bend the knee so as to sit down and rest, φημί μιν ἀσπασίως γόνυ κάμψειν Il. 7.118, cf. 19.72; ὁ δʼ ἄρʼ ἄμφω γούνατʼ ἔκαμψε χεῖράς τε στιβαράς Od. 5.453; οὐ κάμπτων γόνυ, i.e. never resting, A. Pr. 32; ἄσμενός τἂν . . κάμψειεν γόνυ ib. 398; ἵζω . . κάμψας γόνυ E. Hec. 1150; so κ. κῶλα S. OC 19; then κάμπτειν alone, sit down, rest, ib. 85, E. Hec. 1080 (lyr.); also γόνυ κ. bend the knee in worship, LXX Is. 45.23, etc.:—Pass., bend oneself, opp. ἐκτείνεσθαι, Pl. Ti. 74b; ὥσπερ ξύλον καμπτόμενον εὐθύνουσιν Id. Prt. 325d; ἡ κεκαμμένη (sc. γραμμή) a bent line, Arist. Metaph. l.c.
- II turn or guide a horse or chariot round the turning-post (cf. καμπτήρ II), κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν to double the post and return along the second half of the δίαυλος, A. Ag. 344; κ. δρόμον B. 9.26; κάμπτοντος ἵππου as the horse was turning, S. El. 744; κ. περὶ νύσσαν Theoc. 24.120: metaph., κ. βίον to make the last turn in the course of life, S. OC 91; κ. βίου τέλος E. Hipp. 87, El. 956; ὅταν κάμψῃς καὶ τελευτήσῃς βίον Id. Hel. 1666; ἑξηκοστὸν ἥλιον κ. Herod. 10.1; διὰ λόγου κάμψαι κακά to end evils by reasoning, E. Supp. 748.
- 2 of seamen, double a headland, Ἡρακλέας στήλας Hdt. 4.42; τὸ ἀκρωτήριον, τὴν ἄκρην, Id. 4.43, 7.122; ὡς δὲ τὴν ἄκραν κάμπτοντας ἡμᾶς εἶδον Men. 15, cf. Aeschrio 8.3; Μαλέαν κ. Poet. ap. Str. 8.6.20, D.S. 13.64, etc.; κ. περὶ ἄκραν Ar. Ach. 96; κ. κόλπον wind round the bay, Hdt. 7.58.
- 3 abs., πάλιν κ. turn back, E. Ba. 1225, Rh. 234 (lyr.); ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν (κάμπτῃ codd.) thou comest near my meaning, Id. IT 815.
- III in Music, κάμπτων με καὶ στρέφων ὅλην διέφθορεν (sc. Phrynis) with his turns and twists, Pherecr. 145.15; κ. καμπήν Ar. Nu. 969; κ. ᾠδάς Philostr. VA 4.39.
- IV metaph., κάμπτειν τινά bow down, humble, Pi. P. 2.51; ὁ χρόνος μʼ ἔκαμψε Crates Theb. 17:—Pass., to be bent or bowed down, πημοναῖσι A. Pr. 239, 308, cf. 513; κάμπτομαι I submit, Pl. Prt. 320b, etc.; κάμπτεσθαι καὶ ἕλκεσθαι πρὸς φιλοσοφίαν Id. R. 494e; πολλὰ κάμπτονται καὶ συγκλῶνται are warped, Id. Tht. 173b: abs., to be moved to pity, Th. 3.58 (in full κ. εἰς ἔλεον Lib. Or. 59.85).
1. buigen,
2. m.b.t. een keerpunt buigen, draaien;
3. muz. moduleren.
2) von der Rennbahn entlehnt, um das Ziel herumbiegen, umlenken u. auf der andern Seite zurückfahren ; κάμπτοντος ἵππου Soph. El. 734 ; vgl. Aesch. Ag. 335 ; περὶ νύσσαν Theocr. 24.119 ; sc. ἵππους od. ἅρμα u. dgl., übh. herumfahren, κάμψας τὸ ἀκρωτήριον, nachdem er um das Vorgebirge herumgefahren war, Her. 4.43, 42, 7.122 u. Folgde, wie Strab. VIII.378 DS. 13.64 ; Ar. sagt περὶ ἄκραν κάμπτων Ach. 96 ; τὸν κόλπον κάμπτων Her. 7.58 ; κάμψειε πάλιν θυμέλας οἴκων πάτρας Eur. Rhes. 235 ; absolut, πάλιν δὲ κάμψας εἰς ὄρος κομίζομαι τὸν παῖδα Bacch. 1225. – Uebertr., ἐνταῦθα κάμπτειν τὸν ταλαίπωρον βίον Soph. O.C. 91, enden den Lebenslauf, wie Eur. ὅταν δὲ κάμψῃς καὶ τελευτήσῃς βίον Hel. 1666. – Nach Hesych. auch τὸ ἐν τῇ ᾠδῇ καμπὰς ποιεῖν, wie νέας ἁψῖδας ἐπῶν Ar. Th. 53 ; Philostr.
3) übertr., bewegen, rühren, u. stärker, demütigen ; ὑψιφρόνων τινὰ βροτῶν Pind. P. 2.51 ; τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι Aesch. Prom. 237, vgl. 306, 511 ; ἐπειδὴ δὲ σοῦ ἀκούω κάμπτομαι Plat. Prot. 320b ; Ggstz καρτερεῖν, Lach. 192e ; ἐὰν κάμπτηται καὶ ἕλκηται πρὸς φιλοσοφίαν Rep. VI.494e ; im schlechten Sinne, ἐπὶ τὸ ψεῦδος τρεπόμενοι πολλὰ κάμπτονται καὶ συγκλῶνται Theaet. 173a ; – καμφθῆναι καὶ μεταγνῶναι Thuc. 3.58 ; Sp.
Fut. infin. κάμψειν Il. 7.118, Il. 19.72.
3 sing. aor. ἔκαμψε Od. 5.453.
3 pl. ἔκαμψαν Il. 24.274.
3 sing. subj. κάμψῃ Il. 4.486.
- 1
To bend so as to put in a desired position: ὑπὸ γλωχῖνα δʼ ἔκαμψαν (tucked it in (see γλωχίς)) Il. 24.274.
- 2
To form or make by bending : ἴτυν Il. 4.486.
- 3
To bend (the knee), i.e. to take rest : ἀσπασίως γόνυ κάμψειν Il. 7.118, Il. 19.72.
To bend (the knees) in exhaustion : ἄμφω γούνατʼ ἔκαμψε χεῖράς τε Od. 5.453 (i.e. they gave way under him. The idea of bending is not strictly applicable to the arms, which would drop by his side).
- 1
- 1bend met., break καὶ ὑψιφρόνων τινʼ ἔκαμψε βροτῶν (sc. θεός) P. 2.51
Strong 2578
to bend, bow: c. acc. rei, γόνυ, τὰ γ.; c. dat. pers., τῇ Βάαλ, Ro 11:4
(LXX); πρὸς τ. πατέρα, Eph 3:14; by meton., πᾶν γόνυ for πᾶς, Ro 14:11
(LXX), Phl 2:10 (cf. ἀνα-, συν-κάμπτω).†
- Ito bend, curve, ὄφρα ἰτὺν κάμψηι that he may bend it into a chariot-rail, Il.; γόνυ κ. to bend the knee so as to sit down and rest, Il.; οὐ κάμπτων γόνυ, i. e. never resting, Aesch.; so, κ. κῶλα Soph.; then, κάμπτειν alone, to sit down, rest, Soph.;—also, γόνυ κ. to bend the knee in worship, NTest.
- IIto turn or guide a horse or chariot round the turning-post (καμπή II); hence, of the horse or chariot, κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν to double the post (καμπτήρ) and return along the second half of the δίαυλος, Aesch.; κάμπτοντος ἵππου as the horse was turning, Soph.:—metaph., κ. βίον to make the last turn in the course of life, Soph.; κ. βίου τέλος Eur.
- 2so also of seamen, to double a headland, ἄκρην κ. Hdt.; also, κ. περὶ ἄκραν Ar.; κ. κόλπον to wind round the bay, Hdt.
- 3absol., πάλιν κ. to turn back, Eur.; ἐγγὺς τῶν ἐμῶν κάμπτεις φρενῶν thou comest near my meaning, Eur.
- IIImetaph., like Lat. flectere, κάμπτειν τινά to bend or bow one down, Pind.:—Pass. to be bowed down, Aesch., Thuc.; κάμπτομαι I submit, Plat.
-
…, ὦ Πρωταγόρα, εἰς ταῦτα ἀποβλέπων οὐχ ἡγοῦμαι διδακτὸν εἶναι ἀρετήν · ἐπειδὴ δέ σου ἀκούω ταῦτα λέγοντος, κάμπτομαι καὶ οἶμαί τί σε λέγειν διὰ τὸ ἡγεῖσθαί σε πολλῶν μὲν ἔμπειρον γεγονέναι, πολλὰ δὲ μεμαθηκέναι, τὰ δὲ…
Plato, Protagoras
-
…, τὰ δὲ μὴ ποίει. καὶ ἐὰν μὲν ἑκὼν πείθηται · εἰ δὲ μή, ὥσπερ ξύλον διαστρεφόμενον καὶ καμπτόμενον εὐθύνουσιν ἀπειλαῖς καὶ πληγαῖς. μετὰ δὲ ταῦτα εἰς διδασκάλων πέμποντες πολὺ μᾶλλον ἐντέλλονται ἐπιμελεῖσθαι εὐκοσμίας τῶν παίδων ἢ γραμμάτων…
Plato, Protagoras
-
…ὄφρʼ ἔτι καὶ Τρώων πειρήσομαι ἀντίον ἐλθὼν αἴ κʼ ἐθέλωσʼ ἐπὶ νηυσὶν ἰαύειν · ἀλλά τινʼ οἴω ἀσπασίως αὐτῶν γόνυ κάμψειν, ὅς κε φύγῃσι δηΐου ἐκ πολέμοιο ὑπʼ ἔγχεος ἡμετέροιο. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ ἐχάρησαν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ μῆνιν…
Homer, Iliad
-
…. καὶ τοὺς μὲν ἄλλους πάντας ἀσφαλεῖς δρόμους ὡρμᾶθʼ ὁ τλήμων ὀρθὸς ἐξ ὀρθῶν δίφρων · ἔπειτα λύων ἡνίαν ἀριστερὰν κάμπτοντος ἵππου λανθάνει στήλην ἄκραν παίσας · ἔθραυσε δʼ ἄξονος μέσας χνόας κἀξ ἀντύγων ὤλισθεν · ἐν δʼ ἑλίσσεται τμητοῖς ἱμᾶσι…
Sophocles, Electra
-
…μοι τόνδʼ ἐθώυξας λόγον. λευρὸν γὰρ οἷμον αἰθέρος ψαίρει πτεροῖς τετρασκελὴς οἰωνός · ἄσμενος δέ τἂν σταθμοῖς ἐν οἰκείοισι κάμψειεν γόνυ. στένω σε τᾶς οὐλομένας τύχας, Προμηθεῦ · δακρυσίστακτα δʼ ἀπʼ ὄσσων ῥαδινὰν λειβομένα ῥέος παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…κῦμα, πρόσθε δέ οἱ ποίησε γαλήνην, τὸν δʼ ἐσάωσεν ἐς ποταμοῦ προχοάς. ὁ δʼ ἄρʼ ἄμφω γούνατʼ ἔκαμψε χεῖράς τε στιβαράς. ἁλὶ γὰρ δέδμητο φίλον κῆρ. ᾤδεε δὲ χρόα πάντα, θάλασσα δὲ κήκιε πολλὴ ἂν…
Homer, Odyssey
-
…λυθέντα μηδὲν μεῖον ἰσχύσειν Διός. οὐ ταῦτα ταύτῃ Μοῖρά πω τελεσφόρος κρᾶναι πέπρωται, μυρίαις δὲ πημοναῖς δύαις τε καμφθεὶς ὧδε δεσμὰ φυγγάνω · τέχνη δʼ ἀνάγκης ἀσθενεστέρα μακρῷ. τίς οὖν ἀνάγκης ἐστὶν οἰακοστρόφος ; Μοῖραι τρίμορφοι μνήμονές τʼ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…συνασχαλῶν κακοῖς ; δέρκου θέαμα, τόνδε τὸν Διὸς φίλον, τὸν συγκαταστήσαντα τὴν τυραννίδα, οἵαις ὑπʼ αὐτοῦ πημοναῖσι κάμπτομαι. ὁρῶ, Προμηθεῦ, καὶ παραινέσαι γέ σοι θέλω τὰ λῷστα, καίπερ ὄντι ποικίλῳ. γίγνωσκε σαυτὸν καὶ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…οὐχ ὑποπτήσσων χόλον βροτοῖσι τιμὰς ὤπασας πέρα δίκης. ἀνθʼ ὧν ἀτερπῆ τήνδε φρουρήσεις πέτραν ὀρθοστάδην, ἄυπνος, οὐ κάμπτων γόνυ · πολλοὺς δʼ ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς φθέγξῃ · Διὸς γὰρ δυσπαραίτητοι φρένες. ἅπας δὲ τραχὺς ὅστις ἂν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…πλὴν ἐμοῦ. ἐγὼ δʼ ἐτόλμησʼ · ἐξελυσάμην βροτοὺς τὸ μὴ διαρραισθέντας εἰς Ἅιδου μολεῖν. τῷ τοι τοιαῖσδε πημοναῖσι κάμπτομαι, πάσχειν μὲν ἀλγειναῖσιν, οἰκτραῖσιν δʼ ἰδεῖν · θνητοὺς δʼ ἐν οἴκτῳ προθέμενος, τούτου τυχεῖν οὐκ ἠξιώθην αὐτός…
Aeschylus, Prometheus Bound