καρδιάω
καρδιάω,
- = καρδιαλγέω, in Ep. part. καρδιόωντα, Nic. Al. 581.
καρδιάω-ῶ (part. prés. épq. καρδιόων) avoir des maux d’estomac, Nic. Al. 594.
Étym. καρδία.
καρδιάω, = καρδιαλγέω, Nic. Al. 593, καρδιόωντα.