καρδαμίνη
καρδᾰμ-ίνη, ἡ,
- = σισύμβριον, Dsc. 2.128.
- 2 = ἰβηρίς, Aët. 12.1.
- 3 = κάρδαμον, Ps.-Dsc. 2.155.
καρδαμίνη, ης (ἡ) [δᾰ] c. le suiv. Diosc. 2, 155.
καρδαμίνη, ἡ, = καρδαμίς, Paul.Aeg. u. a.Sp.