καρδαμαντική Save Bailly 2024 Pape καρδαμαντική, ῆς (ἡ) autre n. de la plante καρδαμίς ou ἰβηρίς, Diosc. 1, 188. καρδαμαντική, ἡ, = ἰβηρίς, Diosc.