Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρικοεργής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρηβαρής
καρηβάρησις
καρηβαρία
καρηβαριάω
καρηβαρικός
καρηβαρίτης
καρηκομάω
καρηκομόωντες
καρῆναι
Καρήνη
Καρηνῖτις
κάρηνον
Κάρηνος
καρήξανθος
Κάρησος
κάρητι
κάρητος
Κάρθαια
καρθμός
κάρθρα
κάρι
Καρία
Καρίαται
καριδάριον
καρίδιον
καριδόω
καρίεντο
Καρίζω
καρίζω
Καρικοεργής
καρικοεργής
Καρικός
καριμοίρους
Καρίνη
Καρίννας
Καρινός
Καρῖνος
καριόθρεπτος
κάριον
Κάριος
καριόω
καρίς
κάρισο
Καριστί
καριστί
Καρίων
καρκάδων
Καρκαθιόκερτα
καρκαίρω
κάρκαρα
καρκαρίς
κάρκαρον
κάρκαρος
καρκινάς
καρκινευτής
καρκίνηθρον
καρκινίας
καρκινίας λίθος
καρκινίδιον
καρκίνιον
Καρκινίτης
…
καρικοεργής
Save
Pape
καρικοεργής
, ές,
von karischer Arbeit
, Strab. XIV.661 u. a.Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}