Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καριόθρεπτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρηκομόωντες
καρῆναι
Καρήνη
Καρηνῖτις
κάρηνον
Κάρηνος
καρήξανθος
Κάρησος
κάρητι
κάρητος
Κάρθαια
καρθμός
κάρθρα
κάρι
Καρία
Καρίαται
καριδάριον
καρίδιον
καριδόω
καρίεντο
Καρίζω
καρίζω
Καρικοεργής
καρικοεργής
Καρικός
καριμοίρους
Καρίνη
Καρίννας
Καρινός
Καρῖνος
καριόθρεπτος
κάριον
Κάριος
καριόω
καρίς
κάρισο
Καριστί
καριστί
Καρίων
καρκάδων
Καρκαθιόκερτα
καρκαίρω
κάρκαρα
καρκαρίς
κάρκαρον
κάρκαρος
καρκινάς
καρκινευτής
καρκίνηθρον
καρκινίας
καρκινίας λίθος
καρκινίδιον
καρκίνιον
Καρκινίτης
Καρκινῖτις
καρκινοβάτης
καρκινοειδής
καρκινόπους
καρκίνος
Καρκίνος
καρκινόχειρ
…
καριόθρεπτος
Save
LSJ
καριόθρεπτος, ον, dub. sens. in
PRyl.
1.35 (iii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}