Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρπόφυλλον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρποδοτέω
καρποδότης
καρποδόχος
καρπολογέω
καρπολογία
καρπολόγος
καρπολόχος
καρπομανής
καρποποιός
καρπός
Κάρπος
καρποσπόρος
καρποτελέω
καρποτελής
καρποτόκεια
καρποτοκέω
καρποτοκία
καρποτόκος
καρποτροφέω
καρποτρόφος
καρπότροφος
καρποφαγέω
καρποφάγος
καρποφθόρος
καρποφορέω
καρποφόρημα
καρποφορία
καρποφόρος
καρποφυέω
καρποφύλαξ
καρπόφυλλον
καρπόχειρ
καρπόω
καρπύκη
καρπύλη
Καρπυλλίδης
καρπυραί
καρπώδης
κάρπωμα
καρπώνης
καρπωνία
καρπώσιμος
κάρπωσις
καρπωτός
κάρρα
Κάρραι
καρρέζουσα
καρρικός
καρρίον
καρρόθεν
κάρρον
κάρρων
Κάρρωτος
Κάρσεαι
κάρσιος
κάρσις
Κάρσος
κάρτα
καρτάζομαι
καρτάζω
καρτάζωνον
…
καρπόφυλλον
Save
LSJ
καρπό-φυλλον, τό,
= δάφνη Ἀλεξανδρεία,
Plin.
HN
15.131.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}