κάρρον
κάρρον, car, cart
κάρρον, τό,
- car, cart, LXX 1 Es. 5.55 (cod. A), PGoodsp.Cair. 30xxix 21 (ii A. D.), Edict.Diocl. 15.38a: κάρρος, ὁ, ib. 39:—hence καρροπηγός, ὁ, and καρρο-ποιός, ὁ, coach-builder, Gloss.
κάρρον, ου (τὸ) = lat. carrus, char, chariot, Spt. 1 Esdr. 5, 55, 78.
κάρρον, τό, Karre, Wagen, LXX.