καρταίπους
καρταίπους, larger cattle, beasts
καρταίπους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- = κραταίπους (q. v.), Pi. O. 13.81: neut. pl., καρταίποδα, τά, larger cattle, beasts, Leg.Gort. 4.36, al.: sg., καρταῖπος, τό, GDI 4998i 17 (Gortyn), al.
καρταί·πους, gén. -ποδος (ὁ, ἡ) aux pieds robustes, aux fortes jambes, Pd. O. 13, 114.
Étym. κάρτα, πούς, cf. κραταίπους.
καρταίπους, ποδος, = κραταίπους, so nennt Pind. Ol. 13.81 den Stier.
καρταίπους
- 1strong-footed one i. e. bull. (v. W. Schulze. Kl. Schr. 405.) ὅταν δʼ εὐρυσθενεῖ καρταίποδʼ ἀναρύῃ Γαιαόχῳ (byz.: κραται- codd.) O. 13.81