καρτεραίχμης
καρτερ-αίχμης, καρτερ-αύχην, v. κρατεραίχμης, κρατεραύχην.
καρτερ·αίχμης, ου, adj. m. à la forte lance, ép. d’Hèraklès, Pd. I. 6, 55.
Étym. καρτερός, αἰχμή.
καρτεραίχμης, ὁ, = κρατεραίχμης, Herkules, Pind. I. 5.35.