Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρτερικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάρρον
κάρρων
Κάρρωτος
Κάρσεαι
κάρσιος
κάρσις
Κάρσος
κάρτα
καρτάζομαι
καρτάζω
καρτάζωνον
καρτάζωνος
καρταίνω
καρταίπους
καρταλάμιον
καρτάλαμον
κάρταλλος
κάρταλος
καρτέον
καρτεραίχμας
καρτεραίχμης
καρτεραύχην
καρτερέω
καρτέρημα
καρτέρησις
καρτερία
Καρτέρια
καρτεριάζομαι
καρτεριάζω
καρτερικός
καρτερικῶς
Καρτέριος
καρτεροβρέντας
καρτεροβρόντης
καρτερογούνασιν
καρτεροδόντης
καρτερόεις
καρτερόθυμος
καρτεροκάρδιος
καρτερόμητις
καρτεροπληγής
καρτεροπλήξ
καρτερόπονος
καρτερός
Καρτερός
καρτερότης
καρτερούντως
καρτερόφρων
καρτερόχειρ
καρτεροψυχία
καρτερόψυχος
καρτερόω
καρτερύνω
καρτερῶνυξ
καρτερώνυχος
καρτερῶς
κάρτη
Καρτηία
κάρτιστος
καρτομιστής
κάρτον
…
καρτερικῶς
Save
Bailly 2024
καρτερικῶς,
adv.
avec fermeté
ou
patience,
Arstt.
Nic.
10, 9, 8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}