καρυηρός
καρυηρός, nut-like
κᾰρῠ-ηρός, ά, όν,
- nut-like, σπέρματα Thphr. HP 1.11.3, cf. 3.11.4.
καρυηρός, ά, όν [ᾰ] de noix, Th. H.P. 1, 11, 3.
Étym. κάρυον.
καρυηρός, nußartig, zur Nuß gehörig, σπέρματα Theophr.