Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρτόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καρτέριος
καρτεροβρέντας
καρτεροβρόντης
καρτερογούνασιν
καρτεροδόντης
καρτερόεις
καρτερόθυμος
καρτεροκάρδιος
καρτερόμητις
καρτεροπληγής
καρτεροπλήξ
καρτερόπονος
καρτερός
Καρτερός
καρτερότης
καρτερούντως
καρτερόφρων
καρτερόχειρ
καρτεροψυχία
καρτερόψυχος
καρτερόω
καρτερύνω
καρτερῶνυξ
καρτερώνυχος
καρτερῶς
κάρτη
Καρτηία
κάρτιστος
καρτομιστής
κάρτον
καρτόν
καρτός
κάρτος
κάρτρα
καρτύνω
κάρτων
καρύα
Καρύαι
Κάρυαι
Καρύανδα
Καρυανδεύς
καρυάριον
Καρυάτεια
Καρυάτιδες
καρυατίζω
Καρυατίζω
Καρυᾶτις
καρύδιον
κάρυδοι
καρυδόω
καρύδωσις
καρυερία
καρυηδόν
καρύημα
καρυήματα
καρυηνόν
καρυηρός
καρύϊνον
καρύϊνος
Καρύϊνος
καρυΐσκος
…
καρτόν
Save
Bailly 2024
καρτόν,
οῦ
(
τὸ
) poireau,
légume,
Geop.
2, 6, 32
.
Étym.
neutre du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}