Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Καρυανδεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρτεροπλήξ
καρτερόπονος
καρτερός
Καρτερός
καρτερότης
καρτερούντως
καρτερόφρων
καρτερόχειρ
καρτεροψυχία
καρτερόψυχος
καρτερόω
καρτερύνω
καρτερῶνυξ
καρτερώνυχος
καρτερῶς
κάρτη
Καρτηία
κάρτιστος
καρτομιστής
κάρτον
καρτόν
καρτός
κάρτος
κάρτρα
καρτύνω
κάρτων
καρύα
Καρύαι
Κάρυαι
Καρύανδα
Καρυανδεύς
καρυάριον
Καρυάτεια
Καρυάτιδες
καρυατίζω
Καρυατίζω
Καρυᾶτις
καρύδιον
κάρυδοι
καρυδόω
καρύδωσις
καρυερία
καρυηδόν
καρύημα
καρυήματα
καρυηνόν
καρυηρός
καρύϊνον
καρύϊνος
Καρύϊνος
καρυΐσκος
καρυΐτης
καρυκάζω
καρυκεία
καρύκευμα
καρυκευτής
καρυκεύω
καρύκη
καρύκινος
καρυκοειδής
καρυκοποιέω
…
Καρυανδεύς
Save
Bailly 2024
Καρυανδεύς,
έως,
adj. m.
de Karyanda,
en Carie,
Hdt.
4, 44
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}