καρυκοποιέω
καρυκοποιέω, make a καρύκη
κᾰρῡκο-ποιέω,
- make a καρύκη, Ar. Eq. 343.
καρυκοποιέω-ῶ [ᾰῡ] faire un civet, un ragoût, Ar. Eq. 343.
Étym. καρυκοποιός.
καρυκοποιέω, [ῡ], die leckere Brühe καρύκη zubereiten, Ar. Eq. 343.
καρυκοποιέω
κᾰρῡκο-ποιέω,
fut. -ήσω
- to make a καρύκη or rich sauce, Ar.