καρχάσιον
καρχάσιον, masthead
καρχᾱσιον
- 1masthead ἀνὰ δʼ ἱστία τεῖνον πρὸς ζυγὸν καρχασίου (τὸ ἄκρον τοῦ ἱστοῦ Σ.) N. 5.51
καρχάσιον, masthead