καρφηρός
καρφηρός, of dry straw
καρφ-ηρός, ά, όν, (κάρφος)
- of dry straw, εὐναῖαι καρφηραί nests, E. Ion 172:—misquoted as καρφυραί, Hsch.; cf. καρπυραί.
καρφηρός, ά, όν, fait de brins de paille ou de menus morceaux de bois sec (nid) Eur. Ion 162.
Étym. κάρφος.
καρφηρός, von dürren Aehren, Halmen ; εὐναίας καρφηρὰς θήσων Eur. Ion 173, wo Hesych. καρφυράς las u. αἱ ἐκ τῶν ξηρῶν ξύλων γενόμεναι κοῖται erkl.
καρφηρός, ά, όν
- of dry straw, Eur. from κάρφος