καρφεῖον Save Bailly 2024 Pape καρφεῖον, ου (τὸ) fruit mûr, Nic. Al. 118. Étym. κάρφος. καρφεῖον, τό (vgl. κάρφος), ein Zweig, κέδρου Nic. Al. 118, Schol. erkl. ψῆγμα.