Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρφυκτοί
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρυοπώλης
καρυοτομία
καρυόφυλλον
καρυόχρους
καρύσσω
καρυστεῖναι
Καρύστιος
Κάρυστος
καρυτίζομαι
καρυχρω
καρυώδης
καρυωτικός
καρυῶτις
καρυωτός
καρφαλέος
καρφαμάτιον
καρφεῖα
καρφεῖον
κάρφη
καρφηρός
κάρφινος
καρφίον
καρφίς
καρφισμός
καρφίτης
καρφοειδής
καρφολογέω
καρφολογία
κάρφος
καρφόω
καρφυκτοί
Καρφυλλίδης
καρφύνω
καρφυρά
κάρφυροι
καρφυρός
κάρφω
καρφώδης
κάρχαι
καρχαλέος
καρχαρέος
καρχαρίας
καρχαρόδους
καρχαρόδων
καρχάροπλος
κάρχαρος
καρχαρόστομος
καρχάσιον
Καρχηδονίζω
καρχηδονίζω
Καρχηδόνιος
Καρχηδών
καρχήματα
καρχήσιοι
καρχήσιον
καρχήσιος
καρώ
καρώδης
καρωδῶς
Καρώνιος
κάρωσις
…
καρφυκτοί
Save
LSJ
καρφυκτοί·
φρύγιοι
(leg.
φρυκτοί
) (Rhod.),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}