κατάθεμα
κατάθεμα, accursed thing
κατάθεμα, ατος, τό,
- = ἀνάθεμα, accursed thing, Apoc. 22.3.
- II curse, Tab.Defix.Aud. 22.23 (Curium, iii A.D.).
κατάθεμα, ατος (τὸ) c. κατανάθεμα, NT. Apoc. 22, 3.
κατάθεμα, τό, = κατανάθεμα, NT.