About Report a problem

Menu

κατάημι

κατ-άημι, Ep. aor. part. καταέσσας,
  • = κατακοιμηθείς (cf. ἄεσα), Hsch.: fut. καταήσεται· καταπνεύσει, Id.
κατ-άημι, aor. καταήσσατο Alc.,
  • blow down (?) [added from Supp.]

Saved

Recent