καταθεώρησις
καταθεώρησις, observation
καταθεώρ-ησις, εως, ἡ,
- observation, Apollod. Poliorc. 139.2.
καταθεώρησις, εως (ἡ) contemplation, Apd. pol. 14, 23.
Étym. καταθεωρέω.
καταθεώρησις, ἡ, das Betrachten, Sp.