κατάθεος
κατάθεος, godly
κατάθεος, ον,
- godly, ὑφηγήσεις Ph. 2.298, cf. Poll. 1.20; superstitious, Phot. s.v. ὄλολυν.
κατάθεος, gottgemäß, fromm ; Poll. 1.20 ; Philo.