καταθαρσέω
καταθαρσέω, to be confident
καταθαρσ-έω, later Att. καταθαρρέω,
- to be confident, in pf. part., Plb. 1.40.3; κ. τοῖς ὅλοις looking forward confidently to a complete victory, Id. 3.86.8; κατεθάρσησεν ὁ λαὸς ἐπὶ τοῖς λόγοις LXX 2 Ch. 32.8: c. inf., make bold to . ., παρεπιδείκνυσθαι δημοσίᾳ τὸ ἀνοσιούργημα Ph. 2.220; τοῖς ὕδασι παραδοῦναι σφᾶς αὐτούς Agath. 3.20.
- 2 c. gen., behave boldly against, τῆς τῶν Σπαρτιατῶν δυνάμεως D.S. 15.34; χώρας Str. 12.8.6.
- 3 Pass., to be confirmed, Cod.Just. 9.4.6.5.
κατα·θαρσέω, réc. c. le préc. Hdn 1, 5, 26 ; Spt. 2 Par. 32, 8.
καταθαρσέω, altatt. = καταθαρρέω.