καταζώννυμι
καταζώννυμι, to gird fast
κατα-ζώννῡμι,
- gird fast:—Med., gird for oneself, δορὰς ὄφεσι κατεζώσαντο E. Ba. 698; ἐν ἱματίοις κ. τοὺς χιτωνίσκους Plu. Pyrrh. 27:— Pass., χιτῶνας μίτραις κατεζωσμένοι D.H. 2.70.
κατα·ζώννυμι, ceindre, entourer, DH. 2, 70 ||
Moy.
1 intr. se ceindre, Eur. Bacch. 698 ||
2 tr. ceindre, entourer, Plut. Pyrrh. 27.
καταζώννυμι, [ῡ], (ζώννυμι), nur med., sich umgürten ; δορὰς ὄφεσι κατεζώσαντο Eur. Bacch. 697 ; Plut. Pyrrh. 27 ; χιτῶνας χαλκέαις μίτραις κατεζωσμένοι Dion.Hal. 2.70.
καταζώννυμι
and -ύω
fut. -ζώσω
- to gird fast; Mid. to gird for oneself, Eur.