κατάφυτος
κατάφυτος, all planted with
κατάφῠτ-ος, ον,
- full of plants or trees, τόποι Plb. 18.20.1: c. dat., planted with . ., κηπεύμασι καὶ καρποῖς D.S. 2.37; δένδροις Str. 12.2.1; ἀσφοδέλῳ Luc. Nec. 11.
κατά·φυτος, ος, ον [ῠ] planté : τινι, Luc. Nec. 11, de qqe ch. ; abs. couvert de plantations, Pol. 18, 3, 1 ; Plut. Cic. 48, etc.
Étym. καταφύω.
κατάφυτος, bepflanzt ; τόποι Pol. 18.3.1 ; τῷ ἀσφοδέλῳ Luc. Necyom. 11 ; καὶ σύσκιος περίπατος Plut. Cic. 48.
κατάφυτος
κατάφῠτος, ον
- all planted with a thing, c. dat., Luc.