καταφύτευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape καταφῠτ-ευσις, εως, ἡ, = foreg., LXX Je. 38(31).22. καταφύτευσις, εως (ἡ) [ῠ] action de planter, Spt. Jer. 38, 22 ; Clém. p. 277. Étym. καταφυτεύω. καταφύτευσις, ἡ, das Bepflanzen, LXX, Clem.Al.