κατέλευσις Save Bailly 2024 Pape κατέλευσις, εως (ἡ) descente, Clém. 972. Étym. κατελεύσομαι. κατέλευσις, ἡ, das Herabkommen ; ποιεῖσθαι, = κατέρχομαι, Clem.Al.