κατεμπίπρημι
κατεμπίπρημι, to burn up
κατεμπίπρημι, = ἐμπίπρημι (s. πίμπρημι); Conj. bei Eur. Herc.Fur. 1151 ; Sp.
κατεμπίπρημι
fut. -εμπρήσω
- to burn up, Eur.
κατεμπίπρημι, to burn up