κατελπίζω
κατελπίζω, to hope
κατελπ-ίζω,
- hope or expect confidently, κ. εὐπετέως τῆς θαλάσσης κρατήσειν Hdt. 8.136, cf. Plb. 2.31.8; μηδὲν ἄγαν κ. D.S. 15.33, cf. Phld. Oec. p.73 J.: c. gen., base oneʼs hopes upon, τῆς αὐτῶν δυνάμεως J. AJ 5.1.20:—Pass., ἀποβαίνειν οἷα κατηλπίσθη Phld. Lib. p.27 O.
κατ·ελπίζω, espérer fortement, DS. 15, 33 ; avec l’inf. fut. Hdt. 8, 136 ; Pol. 2, 31, 8.
κατελπίζω, verstärktes ἐλπίζω ; κατήλπιζε εὐπετέως τῆς θαλάσσης κρατήσειν Her. 1.136 ; Pol. 2.31.8 u. Sp.
κατελπίζω
fut. σω
- to hope or expect confidently, Hdt.