κατεμματέω Save LSJ Bailly 2024 Pape κατεμμᾰτέω, = ἐμματέω, ἐμματεύω, Nic. Al. 536. κατ·εμ·ματέω-ῶ [μᾰ] enfoncer, Nic. Al. 536. Étym. κ. ἐν, ματέω. κατεμματέω, verstärktes ἐμματέω, χεῖρα, Nic. Al. 536.