κατελπισμός
κατελπισμός, confident hope
κατελπ-ισμός, ὁ,
- confident hope, Plb. 3.82.8.
κατελπισμός, οῦ (ὁ) espérance, Pol. 3, 82, 8.
Étym. κατελπίζω.
κατελπισμός, ὁ, Hoffnung, ἐμβάλλειν τινί, Pol. 3.82.8.