κατέλαιος
κατέλαιος, oily
κατέλαιος, ον,
- oily, Archestr. Fr. 57.9.
κατ·έλαιος, ος, ον, rempli d’huile, Archestr. (Ath. 399f).
Étym. κ. ἔλαιον.
κατέλαιος, ölig, Archestrat. bei Ath. IX.399f.
κατέλαιος, oily