About Report a problem

Menu

καταθορυβέω

καταθορυβέω, to cry down

καταθορῠβέω,
  • shout down, ἕως ἂν ἀποστῇ ὁ ἐπιχειρῶν λέγειν καταθορυβηθείς Pl. Prt. 319c:—Act. in Numen. ap. Eus. PE 14.6: also c. acc. cogn., τὴν ἀπὸ ἁμάξης πομπείαν πᾶσαν κ. ibid.

Saved

Recent