καταμέτρησις
καταμέτρησις, measuring out
καταμέτρ-ησις, εως, ἡ,
- measuring out, Plb. 6.41.5, S.E. M. 1.46; τῆς τοῦ σώματος ἰδέας Iamb. Myst. 10.5.
καταμέτρησις, εως (ἡ) mensuration, mesure, Aqu. Job 28, 25 ; Nyss. 2, 628 ; particul. pour l’installation d’un camp, Pol. 6, 41, 5.
Étym. καταμετρέω.