καταμετρητικός
καταμετρητικός, of or for measuring
καταμετρ-ητικός, ή, όν,
- of or for measuring, ἡμερῶν καὶ νυκτῶν Epicur. Herc. 1413.10; πλάτους S.E. M. 3.73, 9.427.
καταμετρητικός, ή, όν, qui sert à mesurer, Sext. p. 323.
Étym. καταμετρέω.