καταμέστιος Save καταμέστιος, quite full LSJ Bailly 2024 καταμέστ-ιος, ον, poet. for sq., quite full, Nic. Al. 45. κατα·μέστιος, ος, ον, plein de, gén. Nic. Al. 45. Étym. κ. μεστός.