καταναλωτέον
καταναλωτέον, one must expend
κατανᾱλ-ωτέον,
- one must expend, τὴν σπουδὴν εἰς τὰ μηδενὸς ἄξια Arist. Rh.Al. 1420b22.
καταναλωτέον, one must expend