καταναθεματίζω
καταναθεματίζω, to curse
κατ-ανα-θεμᾰτίζω,
- curse, Ev.Matt. 26.74, v.l. for καταθεματίζω.
καταναθεματίζω [μᾰ] anathématiser, NT. Matth. 26, 74.
καταναθεματίζω, verwünschen, NT.
καταναθεματίζω
from κατανάθεμα
fut. σω
- to curse, NTest.